HOTEL/ΕΝΟΙΚΟΙ ΓΡΑΦΗΣ 2008: “Χαμένοι στο διαδίκτυο” – Κώστας Γκάζης ?>

HOTEL/ΕΝΟΙΚΟΙ ΓΡΑΦΗΣ 2008: “Χαμένοι στο διαδίκτυο” – Κώστας Γκάζης

 

ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΟΥ ΞΟΡΚΙ

του Κώστα Γκάζη

(Το διήγημα που πρώτευσε στο Hotel / Ένοικοι Γραφής 2008)

νεκρομάντης

 

Η κοπέλα στην άλλη άκρη του τηλεφώνου μιλούσε σπασμένα αγγλικά με κλασική ασιατική προφορά.

«Ayahuasca?»

«Yes».

«Are you in the game?»

«No».

«Go in the game».

Το τηλέφωνο τώρα ήταν νεκρό.

Το έκλεισα, έκατσα μπροστά στο κομπιούτερ και μπήκα στο παιχνίδι.

Δεν καπνίζεις. Δεν πίνεις. Sex κάνεις όποτε βρεις χρόνο. Συνήθως χρόνο δε βρίσκεις. Από τις δέκα έως τις έξι στο γραφείο. Οκτώ ώρες, κολλημένος σε μια οθόνη. Τα μάτια ανοίγουν. Τα μάτια κλείνουν. Μερικές φορές κλείνουν λίγο περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει. Ξυπνάς και πιάνεις τα κλεφτά βλέμματα των συναδέλφων. Πε­ριέργεια. Οίκτος; Σηκώνεσαι και φτιάχνεις κα­φέ. AFK*. Το MMORPG** που παίζεις έχει πέντε εκατομμύρια παίκτες. Απαιτεί όλο σου το χρόνο. Όχι! Απαιτεί πολύ περισσότερο από όλο σου το χρόνο. Απ’ όλο το χρόνο που θα μπορούσες να διαθέσεις. Απ’ όλο το χρόνο του κόσμου. Όμως η μέρα έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες. Δε φτάνουν. Η βδομάδα έχει μόνο επτά μέρες. Δε φτάνουν. Συνήθως πλαγιάζεις στις τέσσερις. Αν δεν έχετε raid δηλαδή. Γιατί, τότε, μπορεί να μείνεις άυπνος εντελώς. Η clan σε χρειάζεται. Το alliance σε χρειάζεται. Ο χαρακτήρας σου σε χρειάζεται. Η επιδρομή δεν περιμένει. Το παιχνίδι δε σταματάει. Ποτέ. BRB***.

Dvp. Ο καλύτερος παίκτης απ’ την παλιά φρουρά είναι Ρώσος. Τα βίντεο που έχει τραβήξει με τις μάχες που έδωσε γίνονται ανάρπαστα καθημερινά στο Ίντερνετ. Αυτό που συ­μπληρώνει το μύθο είναι το γεγονός πως ο Dvp δεν παίζει πια. Βρίσκεται κρατούμενος σε μια ρώσικη φυλακή εδώ και χρόνια. Σκότωσε ένα συμπαίκτη του στ’ αλήθεια. Συναντήθηκαν για να παίξουν το παιχνίδι σε ένα ίντερνετ-καφέ, σε αντικριστές οθόνες. Ο άλλος παίκτης τον κοίταξε ειρωνικά. Ο Dvp σηκώθηκε, πήγε απέναντι, τον έριξε κάτω και τον σκότωσε με κλοτσιές. Έχει ακόμα δε­καπέντε χρόνια να εκτίσει. Άραγε θα υπάρχει ακόμα το παιχνίδι όταν εκείνος βγει έξω; Κι αν υπάρχει, θα τον νοιάζει;

 

«Go in the game».

 

Δέκα λεπτά πέρασαν χωρίς να γίνει τίποτα. Περιφερόμουν άσκοπα, περιμένοντας. Έκα­να ένα διάλειμμα, κοίταζα την οθόνη, σηκωνόμουν από τον υπολογιστή, έκανα βόλτες στο δωμάτιο, μη χάνοντας λεπτό την οθόνη απ’ τα μάτια. Με είχε τρελάνει η αγωνία. Κι αν με έπιαναν οι GM*; Δεν ήταν και δύσκολο να γίνει η στραβή.

Αυτό που κάνατε ήταν παράνομο. Ήταν ενά­ντια στην EULA. Στο συμφωνητικό που σε είχαν βάλει να υπογράψεις. Τότε δεν ήξερες. Όταν υπέγραφες, δεν ήξερες πως αργότερα θα παρανομούσες. Τότε ούτε που το σκεφτόσουν. Να παίξεις ήθελες. Απλά να παίξεις.

Ο παίκτης φωτογραφίζεται την ώρα που δίνει σε άλλο παίκτη ένα ύποπτα μεγάλο ποσό χρυσού. Επρόκειτο άραγε για δωρεά; Για αγοραπωλησία σίγουρα δεν έμοιαζε, αφού ο αποδέκτης δεν έδινε με τη σειρά του κάτι ως αντάλλαγμα. Ύποπτο. Οι παλάμες μου ήταν κρύες, το μυαλό ανέλυε όλες τις πιθανότητες, κι επαναλάμβανα σιγανά στον εαυτό μου «Όλα θα πάνε καλά». Στη μισή ώρα, κάποιος πέρασε δίπλα μου, σταμάτησε στη γωνία και, κοιτώντας δήθεν αδιάφορα αλλού, μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Πήγαινε στον ιππόδρομο». Δε ρώτησα ποιος ήταν. Δε ρώτησα τι ήθελε. Έκανα ό,τι μου είπε.

Στον ιππόδρομο δεν τρέχουν άλογα. Τρέχουν τέρατα. Άλλωστε το σωστό του όνομα είναι monster race track. Πίστα τεράτων. Κάποιοι ποντάρουν. Λίγοι κερδίζουν. Συνήθως οι περισσότεροι χάνουν. Έξω απ’ την πίστα μικροπωλητές διαλαλούν την πραμάτεια τους, κάποιοι αγοράζουν, οι περισσότεροι απλά χαζεύουν. Εκεί βρίσκεις και την αρένα. Οι παίκτες δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους ο ένας ενάντια στον άλλο. Μονομαχίες από το πρωί έως το βράδυ. Οι διαδικασίες κυλούν ιπποτικά, άλλωστε στην αρένα κανείς δε χάνει πολύτιμους βαθμούς, δε χά­νεις το πολύτιμο ποσοστό σου. Ούτε και κερδίζεις διακρίσεις όμως, δειλέ. STFU*. Έξω από την αρένα η ιστορία αλλάζει. Εκεί δεν υπάρχουν κανόνες. Εκεί υπάρχουν παίκτες που θέλουν να σε σκοτώσουν. Για τη δόξα ή γιατί δεν τους άρεσε το όνομά σου. Θέλουν να σου στερήσουν το 4% που αναλογεί στο θάνατό σου. Για να το ξανακερδίσεις, θα πρέπει να παίζεις όλη μέρα. Ένας ακόμα σταυρός στο σπαθί τους. Μια μέρα ακόμη χαμένη για σένα.

Ο απεσταλμένος των Κορεατών πειρατών –το βαποράκι μου– με πλησιάζει. Το έχω μυριστεί πως είναι αυτός. Δε με κοιτάει. Κοιτάει πάντα από την άλλη. Δεν πρέπει να μας δουν μαζί. Χωρίς να πει κουβέντα, μου βάζει με μαε­στρία στην τσέπη το χρυσό. Είναι όσα συμφωνήσαμε. Λέω «Ευχαριστώ». Λέει «Ευχαριστώ». Φεύγω μακριά του. Είμαι πλούσιος. TY**. Εκεί­νος έχει χρόνο. Στα χέρια του. Έχει χρόνο πολύ. Η δουλειά του είναι, και για τη δουλειά του βρίσκει χρόνο. Παίζει δώδεκα ώρες τη μέρα. Όταν τελειώσει η βάρδια του, τον αλλάζει ο συνάδελφος της νυχτερινής. Κοιμάται σε ένα στρώμα στο πάτωμα, στο δωμάτιο δίπλα απ’ τα κομπιούτερ. Στην εταιρεία αποφεύγονται τα περιττά έξοδα. Ο μισθός του πενιχρός, όμως τουλάχιστον κάνει αυτό που γουστάρει. Τον πλη­ρώνουν για να παίζει. Γι’ αυτόν, το παιχνίδι με­τράει πιο πολύ. Το αφεντικό ξέρει τι κάνει. Το αφεντικό είναι ο κτηματίας, εκείνος ο κολίγος, κι εσύ ο αγοραστής του τελικού προϊόντος. Οι κανόνες για το αφεντικό απλοί. Σπέρνεις κολίγους, θερίζεις χρυσό. Ψηφιακό χρυσό. Ο κολίγος ανταλλάζει τον ψηφιακό χρυσό με αληθινό χρυσό. Κατόπιν τον δίνει στο αφεντικό. Η εταιρεία ευημερεί. Ο Κορεάτης κάνει το αφεντικό του πλούσιο. Αληθινά πλούσιο. Κι ο παίκτης όμως αισθάνεται πλούσιος. Έχει πληρώσει για το χρόνο του κολίγου και έχει κερδίσει πολλαπλάσια. Χρόνο και ψηφιακό χρήμα. Όλοι ευημερούν. Όλοι κερδίζουν. Ή έτσι δείχνει.

Αυτό που ζητάς εσύ είναι καπνός, είναι σκόνη, είναι ηλεκτρισμός, «έξω» είναι τίποτα. Δεν υπάρχει. Δεν είναι χειροπιαστό. Είναι ψηφιακό και, όταν βγαίνεις εκτός, εκείνο μένει πίσω. Μαζί του μένει κι ένα κομμάτι δικό σου. Κάθε μέρα το κομμάτι που αφήνεις μέσα είναι λίγο μεγαλύτερο από χτες. Σίγουρα λίγο μεγαλύτερο απ’ εκείνο που μένει έξω. IRL*.

Στο γραφείο παλιά πήγαινα πρώτος, δεν έβλεπα την ώρα. Απ’ το κρεβάτι ακόμα σχεδίαζα τη μέρα μου, αυτά που θα έκανα, τον τρόπο με τον οποίο θα το έκανα. Έτοιμος να δώσω. Το εκατόν δέκα τοις εκατό. Τουλάχιστον. Τώρα φτάνω κουρασμένος, πάντα κουρασμένος. Φτάνω αργά, φεύγω πάντα νωρίς, νωρίτερα απ’ όλους. Ο αρχισυντάκτης μονίμως κατσουφιασμένος. Όταν με βλέπει να φτάνω. Όταν με βλέπει να φεύγω. Όταν με βλέπει να μη δίνω. Όχι το εκατόν δέκα, ούτε καν το δέκα τοις εκατό. Τι να του πω, και τι θα καταλάβει όμως κι αυτός… Κάποια στιγμή το διάλειμμα τελειώνει, κι εγώ γυρίζω εκεί όπου ανήκω. Στο παιχνίδι.

Τώρα είσαι πλούσιος, έστω και εικονικά. Τώ­ρα μπορείς να ψωνίσεις. Πρέπει να είσαι προσεκτικός. Όλος ο παράνομα αποκτημένος πλούτος σου κινδυνεύει να εξαφανιστεί άμεσα αν σε καταλάβει καταναλωτική μανία. Πλούσιος, όχι βαθύπλουτος. Τα ψηφιακά αγαθά αμέτρητα, πολύχρωμα, εξίσου πανέμορφα, εξίσου ακριβά. Είναι ώρα για ψώνια. Ίσως πάρεις ένα σπαθί, είναι καλό το σπαθί. Λάμπει, είναι κοφτερό, έχει 500 Matk*, είναι ελαφρύ, σκοτώνει γρήγορα. Το θέλεις! Από την άλλη, ένα ζευγάρι μπότες, δερμάτινες, μαγικές, έχουν 200 Pdef*. Και να μην ξεχνάμε και τα pets. Για δες αυτό τον κα­τοικίδιο λύκο! Ρωμαλέος, χνουδωτός, με δόντια κοφτερά – αν μάλιστα έχει μάθει να μη χέζει μέσα στο κάστρο, χαράς ευαγγέλια! Και μπορείς να του αγοράσεις σέλα και χαλινάρια και να σε πηγαίνει καβάλα. Αλλά και τα μαγεμένα κοσμήματα έχουν τη χάρη τους. Είναι τα ακριβότερα όμως. Προέρχονται από τμήματα νεκρών μεγάλων τεράτων. Κάπως σαν τα δόντια του καρχαρία ή σαν το τριμμένο σε σκόνη πέος του τίγρη. Στην Ασία ποντάρουν στο γεγονός πως οι καρχαρίες δεν αρρωσταίνουν συχνά. Επίσης είναι γνωστό πως κι οι τίγρεις έχουν θαυμάσια πέη. Ο θρύλος λέει πως αν τα βάλεις κολιέ στο λαιμό ή αν φας κάποιο κομμάτι τους, θα αποκτήσεις ανοσία και δυνάμεις υπερφυσικές. Για το πέος να μη μιλήσουμε κα­λύτερα… Στο παιχνίδι οι θρύλοι είναι αληθινοί. Στο παιχνίδι πρέπει να αναζητήσεις δόντια από τέρατα. Πρέπει να τα αποκτήσεις. Νόμιμα ή παράνομα. Και να τα φορέσεις στο λαιμό. AFAIΚ**.

 

Προχτές συνάντησα τον Jimako για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά έξω απ’ το παιχνίδι δη­λαδή. Δημήτρης. Ακριβέστερα, Δημητράκης. Είναι μικρός –στην ηλικία, όχι στο μέγεθος– εξ ου και το «-akos». Μικρός αλλά ήρωας. Ο μικρός ήρως, ένα πράγμα, αλλά ψηφιακά και χωρίς το Σπίθα ή την Κατερίνα. Τώρα που το σκέφτομαι ξανά, μάλλον για το Σπίθα πρόκειται. Μόνο που τώρα εκείνος είναι ο ήρωας. Και σίγουρα δεν είναι μικρός.

Ο καιρός τα φέρνει έτσι. Μικρός σιχαίνεσαι παθολογικά τους χοντρούς. Δε σου έχουν κάνει κάτι. Είναι απλώς χοντροί. Δύσμορφοι. Ψη­λότεροι, πλατύτεροι και πιο στρογγυλοί από σένα. Χοντροί. Απειλητικοί. Τώρα οι περισσότεροι συμπαίκτες σου είναι χοντροί. Τώρα ανήκεις στη χοντρή συμμορία. Ακόμα κι οι ήρωες. Οι ήρωές σου. Κι αυτοί χοντροί είναι. Όχι συμπαθητικά ευτραφείς. Ούτε καν αντιπαθητικά. Παχύδερμα σκέτα. Ανήμερα μαμούθ.

Ο ήρωας είναι δεκαπέντε χρονών, ζυγίζει εκατόν είκοσι κιλά σύμφωνα με τη γυάλινη ζυ­γαριά ακριβείας του μπάνιου του. Ο ήρωας είναι συνήθως αξύριστος. Έχει μακριά λιγδωμένα μαλλιά και μικρά αεικίνητα γουρουνίσια μάτια. Πίνει φραπέ, πλένεται σπάνια. Είναι ο ήρωας. Το αγαπημένο του όπλο είναι ο διπλός πέλεκυς. Στον έξω κόσμο είκοσι δύο χρόνια. Μέσα εκατονταετής νάνος. Λευκή γενειάδα, λευκά μαλλιά, λευκά φρύδια. Δεν είναι πως δεν τον προ­σέχουν λόγω εμφάνισης κι έξω, όμως μέ­σα… λάμπει. Κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά. Δύσκολα μπορείς να εστιάσεις εύκολα πάνω του, λόγω της καταραμένης αυτής λάμψης. Όχι πως αυτό σταματάει τους υπόλοιπους από το να τον χαζεύουν. Και να τον ζηλεύουν. Δεν το κρύβω. Κι εγώ τον ζηλεύω. Ποιος δε θα ήθελε να είναι στη θέση του; Να έχει το status του, τη δύναμή του. Πάνω απ’ όλους. Όμως δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο, γαμώτο! Μάνα είναι μόνο μία. Και χάρη σ’ αυτήν εκείνος έγινε ήρωας. Στην πρώτη συνάντηση όλοι νομίζουν πως είναι ζευγάρι, όμως εκείνη σπάει τη σιωπή για να μας το ξεφουρνίσει: «Αυτό που δεν ξέρετε είναι πως…» NFW*. Όμως είμαστε όλοι μεγάλα παιδιά πια. Δεν το δείχνουμε. Το σοκ, όχι το ότι είμαστε μεγάλα παιδιά. Κάποια βλέφαρα πετάρισαν γρήγορα. Ένα ποτήρι σηκώθηκε, λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι χρειαζόταν. Παρά λίγο να συγκρουστεί με τα δόντια του χειριστή του. Οι καπνιστές ξέχασαν να απομακρύνουν τα τσιγάρα απ’ τα χείλη τους. Τα τσιγάρα συνέχιζαν να καίγονται. Κατόπιν όλοι θυμήθηκαν να πάρουν αναπνοή. SNAFU**. Είναι η μάνα του. Η μάνα του ήρωα. Είναι ακόμα πιο χοντρή, είναι βαμμένη, είναι παστωμένη. Και πίνει τζιν εντ τόνικ. Άρωμα βαρύ, μαλλιά καροτί, ακίνητα, παγωμένα με λακ. Βλεφαρίδες μακριές, ψεύτικες, ελαφρύ μουστάκι στις δυο άκρες των χειλιών, τρίχες λευκές κάτω από τις πολλαπλές στρώσεις μεϊκάπ. Στην αρ­χή, μας λέει με πονηρό χαμόγελο απολαμβάνοντας την έκπληξη, εκείνη προσπάθησε να τον τραβήξει μακριά από το παιχνίδι. Στο τέλος όμως κόλλησε χειρότερα απ’ αυτόν. Αγόρασαν δεύτερο υπολογιστή, και τώρα παίζουν δίπλα δίπλα – συνήθως το βράδυ, όταν ο άντρας του σπιτιού κοιμάται. Για να μην τον τσαντίσουν. Καθημερινά ξεπερνούν το δωδεκάωρο συνεχούς παιχνιδιού.

Όταν παίζεις τόσες ώρες, οι καθημερινές σου ανάγκες προσαρμόζονται απόλυτα στο παιχνίδι. Αν θέλεις να πας στην τουαλέτα, θα κρατηθείς. Αλλάζοντας τη στάση σου στην καρέκλα, κρατιέσαι λίγο ακόμα… Δευτερόλεπτα πριν τα κάνεις πάνω σου, θα ζητήσεις άδεια απ’ τους συμπαίκτες σου, θα φροντίσεις να σε προστατεύουν όσο θα κατουράς, και θα τρέξεις στο μπάνιο. Εκεί θα πιέσεις την κύστη σου, να τε­λειώνεις στα γρήγορα, και θα τρέξεις πάλι πίσω. Όλα εντάξει. Αν, πάλι, πεινάς, θα παραγγείλεις απέξω. Και θα φας μπροστά στην οθόνη. Γρήγορα και με το ένα χέρι. Από τη νευρικότητα έχεις αποκτήσει τικ. Ξύνεις το πίσω μέρος του σβέρκου σου, καθαρίζοντας το έκζεμά σου. Όσο περισσότερο το ξύνεις όμως, τόσο πε­ρισσότερο αγριεύει εκείνο. Καθαρίζεις τ’ αυτιά σου με το νύχι απ’ τη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, η μαύρη μπλούζα γεμίζει λευκά ξύσματα στους ώμους. Σκαλίζεις τη μύτη σου. Μετά κολλάς αυτά που βγάζεις κάτω απ’ το γραφείο. Δεν έχεις σκύψει ποτέ να κοιτάξεις από κάτω. Φοβάσαι αυτό που θα αντικρίσεις.

Στο τραπέζι μας μετρώ δώδεκα άτομα εκτός από εμένα. Στην πλειοψηφία τους τριανταπεντάρηδες, ο ήρωας είναι ο μικρότερος, η μάνα του η μεγαλύτερη. Καπνίζουν όλοι. Πίνουν κα­φέ. Φραπέ. Κλασικά. Γουρλώνω τα μάτια, τε­ντώνω τ’ αυτιά. Μιλάνε για την πολιορκία του Oren. Τους ικετεύω να μου πουν κι άλλα. Για τον πύργο της Cruma. Για τα λιβάδια των εκτελεστών. Για τον οβελίσκο της νίκης. Για την κατακόμβη των σκοτεινών οιωνών. Δίπλα τους μαθητεύω, προσπαθώ να μάθω τα μυστικά του παιχνιδιού. Δεν είναι πως δε θέλουν να τα μοιραστούν μαζί μου. Ακόμα όμως κι όταν μου μιλάνε, συνήθως δε βγάζω νόημα, θα μπορούσαν να μιλάνε και κινέζικα – θα μπορούσαν και κορεάτικα. Δεν πάει ούτε ένας χρόνος που μπή­κα online. Εκείνοι βρίσκονται μέσα από τη δο­κιμαστική έκδοση Beta. Τέσσερα χρόνια και βάλε. Και το παιχνίδι δεν είναι απλό. Έτσι έχει φτιαχτεί. Το επίπεδό τους είναι τόσο μακριά από το δικό μου, που είναι λες και παίζουν ένα άλλο παιχνίδι. Πίνω χυμό. Και ακούω. Μέσες άκρες, κάτι πιάνω. Για το μοναστήρι της σιωπής. Για τη σκιά που ρίχνει στο χωριό των ξωτικών το δέντρο της ζωής. Για τη νεκρόπολη του προσκυνητή. Κι όσο τους ακούω τόσο θέλω να τρέ­ξω πίσω στο παιχνίδι. Να δοκιμάσω αυτά που μου λένε. Εκείνοι ξέρουν, είναι μεγάλοι. Το παι­χνίδι δεν αρχίζει να γίνεται διασκεδαστικό πριν τα 60. Το lvl60 δηλαδή. Να μεγαλώσω κι εγώ λοιπόν. Ίσως κάποια μέρα να γίνω κι εγώ ήρωας. ICOCBW*. Έχω σκεφτεί αρκετές φορές να τα παρατήσω. Τη δουλειά μου, όχι το παιχνίδι. Όμως αυτό δε γίνεται. Πρέπει τουλάχιστον να βγάζω τα λεφτά για τη μηνιαία συνδρομή. Το παιχνίδι δεν είναι δωρεάν. Κι η δουλειά μου ήταν όμορφη, όμως την κάνω καιρό, βαρέθηκα τώρα, αύριο πάλι το ίδιο, βαρέθηκα, δεν ξέρω γιατί. Τώρα δε δείχνει όμορφη όπως παλιά. Κι ο κόσμος στο παιχνίδι είναι καινούριος, είναι άγνωστος, θαυμαστός, για μένα ανεξερεύνητος. Και πρέπει να τον εξερευνήσω. Γιατί είναι όμορφος. Είναι καινούριος. Και πρέπει να τον κατακτήσω. Ο HyperDrive92 είναι ο καλύτερος φίλος μου στο παιχνίδι. HyperDrive, εντάξει, το καταλαβαίνω. Το 92 τι σημαίνει; «Είναι ο χρόνος γέννησής μου». Δεκαπέντε χρονών. Κωλόπαιδο με αντίληψη. Έχει και χιούμορ. Έχει και πατέρα για να δανείζεται την πιστωτική του κάρτα. Όταν του είπα να συναντηθούμε για καφέ, έφερε και τον μπαμπά μαζί. Δεν είχα πρόβλημα. Να μάθει ήθελε ο άνθρωπος, να δει αν είμαι κανείς ανώμαλος. Δεκαπέντε χρονών, είπαμε. Μιλήσαμε με τον μπαμπά, ηρέμησε. Με­τά πιάσαμε με τον hyper την κουβέντα για το παιχνίδι κι εκείνος μας κοίταζε σαν χαζός. PI­TA*. Κάθε Τετάρτη είναι το raid. Η επιδρομή. Όλοι οι χοντροί μου φίλοι, οι ανώτεροί μου, οι αξιωματικοί της clan είναι εκεί. Εκεί κι ο αρχηγός, εκεί κι ο ήρωας. Όλοι εναντίον ενός. Ένα τέρας και καλό. Το Golem του χάους. Ο χασάπης του Zaken. Η βασίλισσα των μυρμηγκιών. Αν η επίθεση συντονιστεί σωστά, αν όλοι εκτελέσουν τα καθήκοντά τους όπως πρέπει, θα νικήσουμε και θα μοιραστούμε λάφυρα και δόξα. Αν όχι, θα πεθάνουμε. Ο σχεδιασμός κρα­τάει ώρα. Η συγκέντρωση του στρατού ακόμα περισσότερη. Τα μάγια που θα σιγουρέψουν τη νίκη χρονοβόρα. Η μάχη όμως δεν κρατάει πολύ. Το πολύ σε τριάντα λεπτά ο εχθρός είναι νεκρός. Μέχρι σήμερα δεν έχω δει ποτέ τα λάφυρα. Με ενοχλεί το γεγονός, αλλά δεν αντιμιλώ. Τα λάφυρα τα διαχειρίζονται ο αρχηγός με τον ήρωα. Έχω πίστη και όραμα. Δεν τους αμφισβητώ. Όχι για την ώρα.

Πτώμα. Θέλεις να ξαπλώσεις όσο τίποτ’ άλ­λο, αλλά δεν το κάνεις. Τα μάτια σου καίνε, αλλά ξέρεις πως σε λίγο θα αισθάνεσαι πολύ καλύτερα. Πράγμα περίεργο, με το που θα μπεις στο παιχνίδι, ξεχνάς την κούρασή σου. Θυμάσαι στιγμές παλιότερες. Όταν έκανες clubbing. Τότε που ξεπόρτιζες. Κατά τις δύο το πρωί πηγαίνατε στο club κουρέλια. Δέκα λεπτά πριν μπείτε, κουμπώνατε από ένα Mitsubishi, και μετά, το μάτι γαρίδα. Χαράς ευαγγέλια, και χορός για οκτώ ώρες. Και βάλε. Κάπως έτσι λοιπόν. Το κομπιούτερ είναι ήδη ανοιχτό και σε περιμένει.

Log on…

Ώρες μόνος, πολλές. Για να διασχίσω τη χώρα των νάνων. Για να διασχίσω τη χώρα των ξωτικών. Και εκείνη των σκοτεινών ξωτικών. Και των πράσινων ορκ. Και των ανθρώπων. Λιβάδια, λόφοι και βουνά, κατακόμβες, νεκροπόλεις, και ρήγματα που οδηγούν σε κρυφές διαστάσεις. Εδώ ερημιές, αλλού βοσκοτόπια τεράτων. Εξερευνώ το νέο κόσμο. Ο μανδύας μου ανεμίζει. Το μουστάκι μου γυαλίζει. Ίσως από τον ιδρώτα που έχει φέρει το περπάτημα. Το μαγικό μου ραβδί στο ένα χέρι, η ασπίδα στο άλλο. Η οθόνη γεμάτη από χρώματα, από τέρατα, από όμορφα σχέδια. Κάνω zoom-in. Είχα δίκιο, τα σχέδια της ρόμπας είναι mandala. Το μυαλό αδειάζει. Μεγαλώνω. Γεμίζω εμπειρία. Ανεβαίνω στον ψηφιακό κόσμο. Κερδίζω το σε­βασμό. Νομίζω. Και μετά εμφανίζεται ένας τύπος, την ώρα που χαζεύω την οθόνη, και με σκοτώνει. Τον ρωτώ «Γιατί;», εκείνος απαντά: «No reason». Χωρίς λόγο; Παντού υπάρχει κά­ποιος λόγος. Γιατί όχι κι εδώ; Όταν ο χαρακτήρας μου πέφτει νεκρός, είναι σαν να πεθαίνει ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου. Ο μάγος πέφτει με θεατρινίστικο τρόπο. Γυρίζοντας το κεφάλι ψηλά, κάνοντας μια στροφή, βγάζει μια σπαραχτική κραυγή απελπισίας, γονατίζει και σωριάζεται στο έδαφος. Κάποιες φορές βγάζω κι εγώ μια κραυγή – την ίδια στιγμή με εκείνον. Συνήθως η φωνή μου είναι βρισιά. Στον πίνακα με τα στατιστικά του χαρακτήρα, όπως ήταν αναμενόμενο, έχω χάσει -4%. Σκατά! Ο μάγος πεσμένος στο έδαφος, σε εμβρυακή στάση. Τον κοιτάζω από ψηλά, όσο κι αν πιέζω τα πλήκτρα, εκείνος μένει ακίνητος. Απ’ την οργή μου χτυπώ το πληκτρολόγιο σαν μανιακός. Δε σπάει. Το έχουν φτιάξει για να αντέχει. HF*. Necro level 67. Necromancer. Ει­δικότης του η νεκρομαντεία, η ανίχνευση των μελλούμενων με τη βοήθεια νεκρών ζώων, νεκρών ανθρώπων, νεκροζωντανών και δαιμόνων. Πιστός της μαύρης μαγείας, ζει μακριά απ’ το φως, μισεί τη φωτιά και τις λευκές ρόμπες, ζωντανεύει πτώματα, χορηγεί δηλητήρια, μοιράζει αρρώστιες, χρησιμοποιώντας κόκαλα κα­ταραμένα, κατάρες τρόμου, και το σπέρμα του σατανά. Μου πήρε ένα χρόνο και κάτι ψιλά για να τον «ανεβάσω» έως εδώ. Συν δυο πληκτρολόγια σπασμένα. Μερικές φορές με πιάνουν τα νεύρα μου – τι να κάνω; Μάθε πως και τα πλη­κτρολόγια έχουν τις αντοχές τους. GF*.

Ο εχθρός στέκεται πάνω απ’ το πτώμα σου και βρίζει. Εσένα, τη μάνα σου, την clan. Θέ­λεις να σηκωθείς να τον τσακίσεις, όμως δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο όταν είσαι νεκρός. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο όταν έχεις χάσει. Νιώθεις αδειανός. Έχεις χάσει. Τη μάχη αυτή την έχασες. Η ψυχή σου μαύρη, το ηθικό σου πεσμένο, τσαλαπατημένο, είναι δύσκολο να σκεφτείς θετικά τώρα. Τώρα μόνο απελπισία. Τώρα μόνο μαύρο.

Ο ήρωας παριστάνει το νάνο. Κοντός –νάνος, είπαμε– με μούσι λευκότερο από το λευκό, δικτυακή ηλικία κοντά στα εκατό. Η στολή του είναι από εξωτικά κράματα σπάνιων με­τάλλων που μόνο οι ήρωες δικαιούνται να χρησιμοποιούν. Αντανακλά εκτυφλωτικά το φως – για να ξέρεις με ποιον πας να τα βάλεις. Η μάνα του νάνου έχει τη μορφή σεξουαλικά ακόλαστου σκοτεινού ξωτικού. Κομπλέ με μυτερά αυτιά, ζαρτιέρες, string και μπότες σε στιλ Barbarela. Τρελή κωλάρα – δικτυακά μιλώντας πάντα. Στο παιχνίδι θα τη λέγαμε Care bear – η αρκούδα που νοιάζεται. Τουλάχιστον για το γιόκα της. Αλλά και για τη δική της φήμη. Ρόλος υποστηρικτικός. Άλλωστε πίσω από κά­θε ήρωα κρύβεται πάντα μια σπουδαία γυναίκα. ROFL*. Όταν ο ήρωας μιλάει, τον ακούει όλος ο server – θέλοντας και μη. Έτσι είναι οι κανόνες του παιχνιδιού. Μη φανταστείς πως λέει κάτι αξιόλογο. Συνήθως γαμοσταυρίζει κά­ποιον. Ίσως κάποιον άλλο ήρωα. Συνήθως κι ο άλλος τον γαμοσταυρίζει με τη σειρά του. Εσύ μπορεί να ντρέπεσαι για όλη την κατάσταση, αλλά εδώ έτσι μιλάνε οι ήρωες – κι αν δε σ’ αρέσει εδώ, τότε μπορείς να κλείσεις το κομπιούτερ. Ίσως όμως και να μην μπορείς. Κι απ’ την άλλη, ποιος ξέρει αν κι ο Αχιλλέας δεν έβριζε χυδαία τον Έκτορα πριν ή μετά το θάνατό του; Ο Οδυσσέας τους μνηστήρες; Ο Θη­σέας το Σίνη τον πιτυοκάμπτη; Ποιος μπορεί να ξέρει αν ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος κι οι έτεροι ιστορικοί δεν έσβησαν από τα πρακτικά οτιδήπο­τε θεωρείτο ζημιογόνο για τον ήρωα; Ίσως πάλι να μην το θεωρούσαν ζημιογόνο. Ίσως το θεωρούσαν ανάξιο λόγου. Προβλεπόμενο. Τώρα σβή­στε το. Σβήστε τις βρισιές του ήρωα λοιπόν.

Λίγο πριν αποχωριστείς τη συνείδησή σου, προσπαθείς να ανακαλέσεις τη σημερινή μέρα. Πέρασε γρήγορα, πέρασε ανώδυνα, για μια ακό­μη φορά. Περνάει ξανά τώρα, σε flashback. Έδω­σες εκατό ευρώ σε μια κορεάτικη εταιρεία για το τελευταίο κομμάτι της στολής σου. Ξεπαραδιάστηκες. Κλείνοντας το τηλέφωνο στη μού­ρη της κοπέλας σου – δεν έφταιγες, πήρε σε λάθος στιγμή η καταραμένη, σε έκοψε πάνω στη μάχη. Πήρες είκοσι τα εκατό. Τελειώνοντας μια αποστολή, η ανταμοιβή σου ήταν ένα καπέλο πειρατή. Απογοητεύτηκες με το κωλοκαπέλο, δεν πάει καθόλου με τη ρόμπα και το μαγικό σου ραβδί. Τσακώθηκες με ένα μαλάκα που σου σκότωσε τον κατοικίδιο δράκο σου. Δε θέλησες να δώσεις συνέχεια. Δε θέλετε πόλεμο. Όχι ακόμα. Δεν είστε αρκετά δυνατοί. Πήρες το πτώμα παραμάσχαλα και βρέθηκες στην πόλη. Έπρεπε να αγοράσεις το σω­στό ξόρκι για να τον αναστήσεις. Βελτίωσες τρία απ’ τα ξόρκια σου.

Ε, και; Τι σκατά θα μου χρησιμεύσουν τα ξόρκια στον αληθινό κόσμο, ρε γαμώτο; Κάτι δεν κάνω καλά… WTF*!

Στον ύπνο σου το παιχνίδι πάντα συνεχίζεται. Κλείνεις τα μάτια, βλέπεις τις λάμψεις της μάχης. Στρίβεις το σώμα στο κρεβάτι, να αποφύγεις ένα χτύπημα που στοχεύει την καρωτίδα, τραβιέσαι πίσω, ακούς τις κλαγγές των όπλων, μυρίζεις τον ξινισμένο ιδρώτα των Ορκ. Αγχώνεσαι, πιέζεις νοητά τα κουμπιά που πρέπει – ναι, αυτά πρέπει… Μη σταματάς. Πίεζέ τα με το σωστό ρυθμό, μη σταματάς. Ξυπνάς πάντα σαν από λήθαργο βαθύ, ακόμα κουρασμένος. Πάντα κουρασμένος.

«Τα πας πολύ καλά», μου είπε ο αρχηγός, κι εγώ χάρηκα για λίγο. Μετά με κάλεσε σε μονομαχία. «Εντάξει», του είπα, και τον σκότωσα με δυο κινήσεις. Μάλλον ταράχτηκε. Μου είπε «Τυχερός ήσουν, πάμε άλλη μία». Και τον σκότωσα ξανά. «Στις τρεις νίκες», είπε μετά. Έτσι σκότωσα τον αρχηγό της clan τρεις συνεχόμενες φορές. Από τότε δε μου μιλάει. Στην αρχή δεν πίστεψα πως το είχε πάρει πατριωτικά, και του έκανα πλάκα. Όμως απάντηση δεν έπαιρνα, μέχρι που αποφάσισα να σταματήσω να του μιλάω κι εγώ. Ήταν σαν να μίλαγα σε τοίχο. Δεν πειράζει. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να μου μιλάνε. Οι πε­ρισσότεροι τουλάχιστον. Στην αρχή έκανα πα­ρέα με τον De­rekis. Derekis όνομα και πράγμα, όπως θα διαπίστωνα ιδίοις όμμασι αρ­γότερα. Στο παιχνίδι έκανε το Ορκ. Έξω απ’ το παιχνίδι, ήταν το Ορκ! Εκατόν τριάντα κι­λά και βάλε. Η γυναίκα του μέσα στο παιχνίδι ήταν η τσαχπίνα νάνα με τα ροζ κοτσιδάκια. Ευκαιρία δεν έχανε να φλερτάρει, στεκόταν στα χεράκια της κάνοντας κατακόρυφο, επιδεικνύοντας έτσι το δαντελωτό βρακί της. Τσογλάνι. Έτσι την έλεγαν. Tso­glani. Μεγάλο, θα συμπλήρωνα. Η φαντασία μου οργίαζε. Ήταν μεγάλο πουτανάκι στο παι­χνίδι κι η κάθε πράξη της υποσχόταν αμαρτία. Την είχα για σίγουρη. Στη συνάντηση για καφέ, την υπολόγισα στην κατοστάρα. Αν και τώρα που το σκέφτομαι ξανά, το συγκεκριμένο φόρεμα μάλλον την αδυνάτιζε. Την κοίταζα να με καρφώνει με μισόκλειστα μάτια και μου φάνηκε πως για μια στιγμή σούφρωσε ελαφρά τα χείλη. Λες και ήθελε να μου στείλει φιλάκι. Ανατρίχιασα. Λίγο μετά τη συνάντηση ο De­rekis σταμάτησε κι αυτός να μου μιλάει. Δεν κατάλαβα το λόγο. Το Τsoglani μού είπε να μην του δίνω σημασία. «Είναι ζηλιάρης ο παλιόγερος», είπε, και μου έδειξε το βρακί της γελώντας. GL*.

Ο συγκεκριμένος εφιάλτης έχει αρχίσει να σε κουράζει. Δε φταις εσύ που είσαι μόνο εξήντα κιλά. Γιατί η συμμορία σου να είναι τόσο χοντρή; Ίσως για τον ίδιο λόγο που είναι καλύτεροι παίκτες από σένα. Ίσως ξοδεύουν περισσότερη ώρα στο παιχνίδι. Ίσως τρώνε συχνότερα delivery την ώρα που δεν ξεκολλάνε από την οθόνη. Πάχος ισούται με εμπειρία. Ισού­ται με γνώση, ισούται με δύναμη. Χάνεις τη μάχη επειδή είσαι ισχνός. Κι ό,τι κι αν κάνεις, πάλι ισχνός μένεις. Κάθεσαι ήδη οκτώ με δέκα ώρες κάθε μέρα μπροστά στην οθόνη. Όλα τα γεύματά σου καταφθάνουν μπροστά στο κομπιούτερ μαγικά. Με delivery. Οι Πακιστανοί σε ξέρουν πια με το μικρό σου. Ξέρουν να μην καθυστερούν όταν σου δίνουν το φαΐ. Ξέρουν πως, όταν απομακρύνεσαι απ’ την οθόνη, γίνεσαι νευρικός. Δε γνωρίζουν γιατί. Δεν τους νοιάζει, αν και είσαι σίγουρος πως μιλάνε πίσω από την πλάτη σου. Από την άλλη μπορεί απλώς να γίνεσαι λίγο παρανοϊκός. Όχι μπορεί. Σίγουρα γίνεσαι παρανοϊκός.

Στο παιχνίδι μπήκες από αγνή περιέργεια. Ο Pandora φταίει. Ο Pandora ήταν χρόνια μέσα, και σου άνοιγε την όρεξη, με ιστορίες από την «άλλη πλευρά». Ιστορίες για αγρίους δηλαδή. Ενδιαφέρουσες, σκοτεινές, συμβολικές, περίπλοκες, μαγικές ιστορίες. Ταυτόχρονα οι υπόλοιποι της παρέας, εκείνοι που δεν έπαιζαν, σου τριβέλιζαν το μυαλό. «Αυτός χάθηκε, εσύ να προσέχεις. Θα σε πάρει μαζί του, στο σκοτάδι». Δεν ακουγόταν άσχημο. FTW*.

Είπα να δοκιμάσω την τύχη μου. Τόσα χρόνια τα είχα τσακίσει τα παιχνίδια στο pc. Τι διαφορά μπορούσε να είχε αυτό; Τη χυλόπιτα του την έδωσε η πραγματική Πανδώρα. Ο φίλος μου πήρε βαριά την απόρριψη, κι έτσι γεννήθηκε το avatar του. Το alter ego του. Η Pandora. Ή μάλλον… ο Pandora. Γιατί το γένος του παίκτη υπερισχύει στο γένος του χαρακτήρα του. Έτσι στο παιχνίδι, ο φίλος μου ο Ευριπίδης είναι ο Pan­dora. Μια μάγισσα με τον κόκκινο μανδύα της, τις ψηλές τις μπότες, κάπως όπως ντυνόταν κι η Πανδώρα δηλαδή. Bitch. Και τα μαλλιά πιασμένα ψηλά, σε κοτσίδα. Πάλι η Πανδώρα. Εγώ πάντως τον έβρισκα σέξι με αυτή την κοτσίδα. Μίζερο; Εγώ θα πω μελαγχολικό. Τι θέλετε; Ο άνθρωπος έχει κολλήσει. Pandora λοιπόν. Κι αν έξω πιθανόν να αντιμετώπιζε προ­βλήματα αν απαιτούσε από τους φίλους του να τον φωνάζουν Πανδώρα, μέσα κανείς δεν τον κορόιδεψε, κανείς ποτέ δεν τον ρώτησε γι’ αυτό. Ποτέ. Κανείς. Χτες βγήκα έξω για καφέ – με τα παιδιά από το παιχνίδι πάντα. Μαζί μας ήρθε και μια φίλη «απέξω». Άσχετη, αλλά φίλη – και περίεργη. Δεν μπορούσε να καταλάβει πού τη βρίσκαμε τη μαγεία. Τι μας τράβαγε στο παιχνίδι. Ρώτησε ξανά και ξανά. Οι περισσότεροι την κοίταξαν με λύπηση, ένας δυο με πε­ριφρόνηση, μετά την αγνόησαν, συνεχίζοντας να σχεδιάζουν την πολιορκία του κάστρου, βόρεια απ’ το Goddard. Εγώ και ο Pandora θελήσαμε να τη βοηθήσουμε. Γιατί μας αρέσει; Γιατί συναντάμε φίλους, για τη μαγεία, γιατί γουστάρουμε. Κι εκείνη είπε:

«Υπάρχει άλλος λόγος; Άλλος, σημαντικότερος;»

Κι εγώ απόρησα. Δε σου κάνει αυτός δηλαδή;

Κι εκείνη αντέτεινε.

«Κι έξω μπορείς να τους συναντήσεις. Γιατί δεν τους συναντάς κι έξω;»

Κι έξω τους συναντώ. Και τα λέμε για το παιχνίδι.

«Όχι αυτούς… Τους άλλους. Άλλους φίλους δεν έχεις; Άλλους που να μην παίζουν το παιχνίδι».

Εκεί ο Ευριπίδης κόμπιασε, το σκέφτηκε για λίγο. Γύρισε, με κοίταξε. Κι απάντησα εγώ γι’ αυτόν. Όχι πολλούς πια. Κι όταν εκείνη έφυγε, είχε ήδη σπείρει το σπόρο της αμφιβολίας. Οι άλλοι δεν έδειξαν να νοιάζονται για πολύ. Κι ο Pandora ρώτησε τι έχασε απ’ το σχέδιο, κι έπιασε μαζί τους την κουβέντα. Έκανα κι εγώ πως την ξέχασα και συνεχίσαμε να αναλύουμε τον καλύτερο τρόπο για να κατακτήσουμε το κάστρο.

«Go in the game».

Την προηγούμενη βδομάδα έπεσα πάνω σ’ έναν απόκληρο, σ’ ένα σκληροπυρηνικό. Δεκαοκτώ χρονών, Έλληνας. «Θα σε πάρω στη συμμορία», μου είπε. «Ευχαριστώ, δε θέλω να αφή­σω τη δική μου». Προσπάθησα να είμαι ευγενικός. «Εντάξει, τότε», είπε εκείνος, «ψόφα λοιπόν». Και με ένα χτύπημα με σκότωσε.

Συναντήσεις σαν κι αυτή σου θυμίζουν τα παιδικά σου χρόνια στην Κρήτη, όταν έκανες ψαροντούφεκο. Πάλευες αρκετό καιρό να γίνεις καλός κυνηγός, ώσπου μια μέρα κατάλαβες πως προτιμούσες να παρατηρείς παρά να σκοτώνεις. Δεν είχες μέσα σου το πνεύμα του εκτελεστή. Έτσι και στο παιχνίδι. Φοβάσαι λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Κι έτσι δυσκολεύεσαι να μεταμορφωθείς σε μηχανή που σκοτώνει. Χέστης με λίγα λόγια. Τουλάχιστον έτσι σε αποκάλεσε εκείνος που σε έφαγε. Δεν του ζήτησες το λόγο. Έχεις συνηθίσει να σε σκοτώ­νουν. Είσαι ένα πτώμα που δε διαμαρτύρεται. Κι αν ακούγεται περίεργο αυτό που είπες, πρέπει να εξηγήσεις πως στο παιχνίδι ακόμα και τα πτώματα διαμαρτύρονται. Και βρίζουν, και φω­νάζουν. Δείχνουν βέβαια λίγο γελοία με αυτό τον τρόπο. Όμως συμβαίνει, κι αν ήθελες, θα μπορούσες να βρίσεις κι εσύ το φονιά σου, ως βρομόστομο πτώμα. Ακόμα και νεκρός όμως προτιμάς να κρατάς την αξιοπρέπειά σου. Το κεφάλι ψηλά, στρατιώτη! WYSIWYG*.

Από περιέργεια χτες ζυγίστηκα στη ζυγαριά της Κατερίνας. Τελικά κάτι έχει να προσφέρει κι εκείνη – η ζυγαριά, όχι η Κατερίνα. Παρόλο που ήξερα πως μάλλον είχα βάλει βάρος, σοκαρίστηκα. Τέσσερα κιλά επιπλέον; Εγώ, που ήμουν ανέκαθεν εξήντα δύο κιλά. Πετσί και κόκαλο, αλλά αυτός ήμουν. Μια ζωή. Μια ζωή πριν το παιχνίδι δηλαδή. Τελικά ίσως είμαι σε καλό δρόμο. Τρέφω μια ελπίδα πως σε λίγους μήνες ίσως να μην ξεχωρίζω πολύ από τους υπέρβαρους ληστοσυμμορίτες φίλους μου. Ίσως σιγά σιγά να γίνομαι ένας από αυτούς. Ψυχή τε και σώματι. Η Κατερίνα είναι μια ακόμα πικρή ιστορία. Δεν της αρέσει να παίζω, ούτε θέλει να παίξει κι εκείνη. Κρίμα μεγάλο, γιατί αν έπαιζε κι εκείνη, τότε θα ξοδεύαμε περισσότερο χρόνο μαζί. Στο παιχνίδι μέσα δηλαδή, αλλά κι αυτό κάτι είναι. Επιπλέον χρειάζομαι ένα βοηθητικό χαρακτήρα για να ανεβάσω επίπεδο. Πώς έχει ο Jimakos τη μάνα του δηλαδή; Εγώ στο πηγάδι κατούρησα; Αφού η Κατερίνα αρνείται να μπει στον κόσμο μου, έχω αρχίσει να τη διαγράφω απ’ την εικόνα. Ψάχνω κοπέλες που παίζουν το παιχνίδι. Κατά προτίμηση θεραπαινίδες της μαύρης θεάς Shil­lien. Δυσκολεύομαι όμως να βρω κάτι στα κιλά μου. Όποτε απελπίζομαι απ’ τις άκαρπες αναζητήσεις, παραγγέλνω μια μερίδα γύρο. Για να ξεχάσω. Το φαΐ τώρα τελευταία δείχνει να έχει αποκτήσει μια παρηγοριά ξεχασμένη απ’ τα παιδικά μου χρόνια. Και για να το χωνέψω, πρέπει να παραμείνω στο παιχνίδι μέχρι το πρωί. Κι αυτό καθόλου δε με χαλάει.

Κάθε μέρα, όλη μέρα, το πρόγραμμά σου είναι πλούσιο από φόνους. Φόνους τεράτων. Συ­νήθως προσπαθείς να αλλάζεις συχνά τον τόπο του κυνηγιού. Μετά όμως από ενάμιση χρόνο έχεις σκοτώσει τα περισσότερα τέρατα που μπο­ρεί να συναντήσει κανείς, έχεις επισκεφτεί τα περισσότερα μέρη που μπορεί να επισκεφτεί κα­νείς, έχεις βαρεθεί τη ζωή σου. Τη δικτυακή πια ζωή σου. Καταλαβαίνεις πάντως τώρα πως οι ήρωες και οι διακεκριμένοι παίκτες έχουν ένα κοινό μυστικό: δε βαριούνται ποτέ να σκοτώνουν.

Όπως οι αθλητές, όπως οι πρωταθλητές. Έτσι κι οι ήρωες. Για να σμιλέψουν το χαρακτήρα τους, πρέπει να επιμείνουν. Να μουδιάσουν το μυαλό και να μουλιάσουν στη ρουτίνα. Ακολουθώντας ακούραστα το πρόγραμμα, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις καθημερινά, απωθώντας τις αμφιβολίες, σκοτώνοντας το ίδιο τέρας τρία δισεκατομμύρια, επτακόσια εκατομμύρια, τετρακόσιες είκοσι εννέα χιλιάδες, εκατόν δέκα έξι φορές ακριβώς. Level up. Σεβασμός λοιπόν στην υπομονή των ηρώων, στο κου­ράγιο και στα πονεμένα τους δάχτυλα. Προχτές ο Pandora μάς εκμυστηρεύτηκε πως πά­σχει από τενοντίτιδα. Ο γιατρός τού είπε πως φταίνε οι πολλές ώρες που παίζει, πιέζοντας τα ίδια πλήκτρα, ξανά και ξανά. Και τι θέλει δηλαδή ο γιατρός; Να σταματήσει να παίζει ο Pandora; Δεν είσαι με τα καλά σου! Ο Derekis, που πρέπει πάντα να έχει το πάνω χέρι στις εντυπωσιακές όσο και ανατριχιαστικές ιστορίες, αντεπιτέθηκε με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα και στα δύο χέρια. Το Tsoglani είχε πρόβλημα με τους χιαστούς στο πόδι, γιατί από το ζόρι της σε μια μάχη το στρίμωξε στη βάση της καρέκλας, γυρίζοντάς το βίαια κι άγαρμπα. Ο αρχηγός της clan είχε την τελευταία λέξη. Θρόμ­βωση από την ακινησία. Γλίτωσε την τε­λευταία στιγμή. Κι ύστερα, γύρισαν όλοι και με κοίταξαν. Δαγκώθηκα, κι οι παλμοί μου χτύπησαν κόκκινο. Δεν είχα να αντιπαραθέσω παρά μια μαγνητική τομογραφία στο αριστερό χέρι. Το χειρότερο όμως ήταν πως τελικά το scanner δεν έδειξε καμία βλάβη. Ο πόνος που ένιωθα από μόνος του δε φάνηκε να πείθει κανέναν. Τελικά η ζυγαριά της Κατερίνας είχε χαλάσει. Έδειχνε τους πάντες βαρύτερους. GR8*. Κάτι δεν κάνω καλά.

Από το σπίτι στη δουλειά, κι απ’ τη δουλειά στο σπίτι. Με τη μοτοσικλέτα. Με εκείνη που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τις αποφάσεις σου. Κι όταν ανοίγεις το γκάζι στους δρόμους της Αθήνας το βράδυ, είναι κάποιες φορές που ο ζεστός καλοκαιρινός αέρας της πόλης σε κάνει να αναπνέεις λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως. Όταν σε φυσάει ο αέρας κι ανοίγεις το γκάζι. Μόνο τότε, μόνο για λίγο, ξεχνάς το παιχνίδι. Ευτυχώς δεν κρατάει για πολύ. Σύντομα, φτάνεις στον προορισμό σου.

«Go in the game».

Η μουσική εξημερώνει τα ζώα. Έτσι κάποιοι ακούν τη μουσική του παιχνιδιού όταν παίζουν, ενώ κάποια άλλα ζώα κλείνουν τον ήχο και βά­ζουν τη δική τους μουσική. Κάποιοι άλλοι πάλι παίζουν μεθυσμένοι. Άλλοι φτιαγμένοι. Δεν τους κατακρίνω. Αν έτσι θέλουν, εμένα καθόλου δε με πειράζει. Αρκεί να μένουν ξύπνιοι όταν παίζουν μαζί μου. Γιατί όταν τους παίρνει ο ύπνος πάνω στο πληκτρολόγιο, όλη η ομάδα πεθαίνει. Το προηγούμενο Σάββατο, το ξωτικό που είχαμε για θεραπεύτρια δε θεράπευσε ποτέ κα­νέναν. Απλά καθόταν και μας έβλεπε να πεθαίνουμε, καθώς την καλούσαμε απελπισμένα σε βοήθεια. Ο ένας μετά τον άλλο. Στο τέλος πέθανε κι εκείνη. Βρίσαμε με την καρδιά μας, όμως το πτώμα της απάντηση δεν έδωσε καμία, κι έτσι πήγαμε για ψάρεμα. Να χαλαρώσουμε λιγάκι. Ευτυχώς και το παιχνίδι έχει το παιχνίδι του. Όταν βαριέσαι το αίμα και τους αποκεφαλισμούς, βάζεις το σπαθί στη θήκη, πιάνεις το καλάμι και πας για λαβράκια. Την άλλη μέρα η θεραπεύτρια μας εξομολογήθηκε πως είχε λιώσει στις μπίρες, κι έτσι την κρίσιμη στιγμή έπεσε για ύπνο πάνω στο πληκτρολόγιο. Έπρεπε να το περιμένουμε. Τα ξω­τικά δεν αντέχουν την μπίρα. Πάνω που έκλεινα ενάμιση χρόνο online, αποφάσισα να κάνω μια χοντρική σούμα για να δω τι λεφτά μού έφευγαν στο κωλοπαίχνιδο. Όχι πως είχε σημασία. Θα έκανα ό,τι ήταν αναγκαίο. Είχα πίστη, κι είχα επιμονή.

Αγορά του επίσημου dvd εγκατάστασης, εί­κοσι ευρώ. Έντεκα ευρώ η μηνιαία συνδρομή, επί δεκαοκτώ μήνες, εκατόν ενενήντα οκτώ ευρώ. Καταθέσεις σε κορεατικά βαποράκια, εκα­τό συν εκατό, συν διακόσια, συν πενήντα, συν άλλα εκατό, συν τριακόσια, συν εκατό… Εννιακόσια πενήντα ευρώ. Προσθέτεις το έξοδο του –επίσης– παράνομου ρομπότ. Εκείνου που όταν βαρεθείς να σκοτώνεις τα ίδια τέρατα επί δύο εκατομμύρια φορές, αναλαμβάνει να το κάνει για σένα. Επί εκατό χιλιάδες. Επί δια­κόσιες χιλιάδες. Επί όσο χρειάζεται. Επί όσο θέλεις. Εσύ απλώς χαζεύεις την οθόνη. Αυτό μάλλον ακυρώνει λίγο το σκοπό του παιχνιδιού μιας και δεν παίζεις, αλλά τουλάχιστον γλιτώνεις την τενοντίτιδα. Το επόμενο στάδιο είναι να μη χαζεύεις καν την οθόνη. Το αφήνεις να σκοτώνει, κι εσύ πηγαίνεις στη δουλειά.

Ακόμα θυμάμαι τη χαρά, όταν γύριζα στο σπίτι, κι έβλεπα το ρομπότ να έχει σκοτώσει ένα σκασμό τέρατα, και να έχει κερδίσει ένα κάρο λεφτά. Αμείλικτο, αποδοτικό, αυτόνομο. Εγώ περίσσευα. Και το σύνολο έφτασε αισίως τα χίλια διακόσια είκοσι τρία ευρώ. Χαλάλι, μωρέ. Δουλειά να έχω να τα βγάζω. Και στα έξοδα όμως υπολείπομαι απ’ τους συμπαίκτες μου. Αν και δεν το παραδέχονται μπροστά στους άλ­λους, ο Pandora κι ο ξάδερφός του έχουν ξοδέψει περισσότερα από πέντε χιλιάρικα έκαστος. Και δεν είναι οι μόνοι. Πάλι λίγος; Κάτι δεν κάνω καλά! BFN*.

Έξι μήνες έχουν περάσει κιόλας από τότε που άφησες το παιχνίδι. Ο Pandora νομίζει πως περ­νάς απλά μια φάση. Την έχει περάσει κι αυτός στο παρελθόν. Όμως δεν ξέρει πως, αυτή τη φορά, εσύ δε θα ξαναγυρίσεις. Δεν ξέρει πως επειδή προαισθανόσουν τη νοσταλγία που θα σε έπιανε, και για να μη δείξεις αδυναμία, έκοψες όλες τις γέφυρες. Με τρόπο που να μην μπορείς να γυρίσεις, όσο και να το θέλεις. Έκανες όσα έπρεπε να γίνουν, και τα έκανες με το σωστό τελετουργικό.

Πρώτα έσβησα τους χαρακτήρες μου. Με την επιβεβαίωση μιας τυπικής διαδικασίας, απο­χαιρέτησα δυο χρόνια σκληρής δουλειάς. Τώρα βρισκόμουν πάλι στο μηδέν. Στην αρχή. Μπήκα στο site της εταιρείας, και άλλαξα το password πελάτη με ένα ιδιαίτερα δύσκολο και μακρύ αλφαριθμητικό. Είκοσι τρία γράμματα και αριθμοί. Το σημείωσα και το επανέλαβα. Κατόπιν έσκισα το χαρτί σε μικρά κομματάκια και το έβαλα στην τσέπη μου. Βγήκα βόλτα με τη μοτοσικλέτα στην εθνική. Κάπου στη γέφυρα της Αύρας έβαλα το χέρι στην τσέπη, και άδειασα το περιεχόμενό της εν κινήσει, συνεχίζοντας να κοιτάω το δρόμο μπροστά. Γύρισα στο σπίτι, πήρα το σιντί εγκατάστασης, το μπουκάλι με το φωτιστικό οινόπνευμα για την ξυλόσομπα κι έναν αναπτήρα. Βγήκα στον κήπο κι έβαλα φωτιά στο σιντί. Συνέχιζα να πιέζω το εύκαμπτο μπουκάλι υπομονετικά, μέχρι να με­ταμορφωθεί το σιντί σε κάτι που θύμιζε καβουρδισμένο λουκουμά. Ύστερα πήρα την Κατερίνα και, για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια, πήγα σινεμά. WB*.

Στην αίθουσα κάθεστε δίπλα δίπλα. Σε κοιτά και χαμογελά. Μετά γυρίζει την προσοχή της στην ταινία, κι εσύ μηχανικά τη μιμείσαι χωρίς να μπορείς να συγκεντρωθείς ιδιαίτερα σ’ αυτό που βλέπεις. Ακουμπάς το χέρι σου στο γόνατό της, κι εκείνη τεντώνεται ελαφρά για να το ακουμπήσει στο δικό σου πόδι. Κάτι σε ενοχλεί αλλά δεν μπορείς να το προσδιορίσεις. Και μετά αντιλαμβάνεσαι πως η Κατερίνα δεν κοιτάζει πια την οθόνη. Γυρίζεις και το πρόσωπό της είναι γεμάτο έκπληξη. Συνοφρυώνε­σαι, αλλά συνεχίζεις να μην καταλαβαίνεις. Κι όπως χαμηλώνει το βλέμμα, βλέπεις το δείκτη σου να χτυπά με γρήγορο και θριαμβευτικό ρυθ­μό το γόνατό της. Και συνεχίζεις να πιέζεις με τον ίδιο ρυθμό το γόνατο της Κατερίνας, που δεν είναι πια το γόνατο της Κατερίνας, αλλά το πλήκτρο για το αγαπημένο σου ξόρκι. Το λατρεμένο ξόρκι του νεκρομάντη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *